Σου ‘πα να φύγεις, μα εσύ έμεινες.

Σου ‘πα να φύγεις, μα δεν κουνήθηκες λεπτό. Έμεινες· να μ’ αγκαλιάζεις στα σκοτάδια μου κι να με καμαρώνεις στις ανατολές μου · να γαληνεύεις το μέσα μου – ναι, το κατόρθωσες κι αυτό! – μ’ ένα τυχαίο άγγιγμά σου.

Advertisements

Σ’ ευχήθηκα.

Ξέρω μονάχα, πώς εγώ, αγάπη μου, σ' ευχήθηκα.

Πλάι σε σένα.

Λέξεις τρυφερές. Ανάσες ερωτευμένες. Μελωδίες παραδεισένιες. Μια μόνιμη γιορτή. Ένας κόσμος αλλιώτικος...

Η μεγαλύτερή μας τρέλα.

Εγώ πίστεψα σε μια ευτυχία πλάι σου. Εσύ έσκισες με πυρακτωμένα χέρια το παραμύθι που ήσουν πρωταγωνιστής. Ποιος από τους δύο έπραξε τη μεγαλύτερη τρέλα, μωρό μου;

Λίστα δώρων.

Επιτέλους, πας να ξεκουραστείς. Ένα παιδί πλάι σου ζητιανεύει, ένας ηλικιωμένος κλαίει μονάχος, μια ψυχή βασανίζεται πίσω από μια θωρακισμένη πόρτα. Αλήθεια, ανθρωπιά πού πουλάνε;

Υπάρχει τελικά ανώδυνη αλήθεια;

Και επειδή ανέκαθεν σου τρυπούσαν την καρδιά όσοι υποστήριζαν πώς κανένας χαρωπός παππούς δεν μοιράζει δώρα τα Χριστούγεννα, αποφάσισες να μιμηθείς εκείνους τους άλλους – τους διαφορετικούς- που έκαναν τη ζωή παραμυθένια Αποφάσισες να γίνεις ένας Άγιος Βασίλης υπαρκτός· μια αλήθεια, που καθόλου δεν πονά· αντίθετα, γιατρεύει.

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑