Πρωτοχρονιά

Να μάθεις. Ουσιαστικά κι ατέρμονα· μ’ έναν τρόπο που λίγες φορές μαθαίνουν οι άνθρωποι. Να ταξιδέψεις σε κόσμους φανταστικούς και υπαρκτούς κι έπειτα, να αποπειραθείς να γνωρίσεις λίγο και το μέσα σου· αξίζει η διαδρομή. Να δημιουργήσεις. Εκστατικά και ψυχωμένα· μ’ έναν τρόπο που σπουδαία δημιουργούν οι άνθρωποι. Να γράψεις ποιήματα, να εφεύρεις μια πατέντα,... Continue Reading →

Αγαπημένο μου ημερολόγιο.

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, το ρολόι στο χέρι μου δείχνει «6 ώρες, 53 λεπτά και 26 δευτερόλεπτο». Οι αριθμοί εναλλάσσονται γοργά – πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Θα ‘πρεπε να πανηγυρίζω μέσα μου· ανέπνεα για ν’ αντικρίσω αυτό το χρονόμετρο να μηδενίζει. Μην με κοροϊδέψεις, μα απόψε – λίγες ώρες πριν την πολυπόθητη στιγμή –... Continue Reading →

Η δική μου «Ιθάκη».

Άφησέ με, απόψε, να σου πω δυο λόγια για ‘κείνες. Αναφέρομαι σπάνια σ’ αυτές. Έτσι κάνουν οι άνθρωποι· ξοδεύουν τόσες λέξεις για όλα τ’ αδιάφορα, μα για τις μεγαλύτερες αγάπες τους δεν μιλούν - παρά ελάχιστα. Να, κοίταξε και μένα· δυσκολεύομαι να βάλω τα γράμματα σε σειρά. Ίσως γιατί το απάγκιο της ψυχής δεν περιγράφεται... Continue Reading →

Υ.Γ.: Σ’ αγαπώ.

Ήθελε να χαράξει αυτή τη μέρα στη μνήμη της με τρόπο ανεξίτηλο. Μήνες τώρα, έπαιζε στο μυαλό του την σκηνή της έκπληξης, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ώστε τίποτα να μην πάει στραβά. Έβλεπε τον εαυτό του να σκουπίζει τα δάκρυα συγκίνησής της και να σβήνει μαζί της τα είκοσι κεράκια της τούρτας και πετάριζε η καρδιά... Continue Reading →

Σημαδεμένα σεντόνια.

Με παίδεψε,τούτη τη νύχτα, το χαρτί.// Στέκει μπροστά μου –σεντόνι ολόλευκο// κι αναμένει μαύρα σημάδια// πλασμένα απ’ τα δικά μου χέρια.// Μα αυτά στέκουν αμήχανα σιμά του.// Γυμνά· ταλαντευόμενα· ανήξερα.//Δεν μπορούν να γράψουν, απόψε.// Ίσως πάλι, να μπορούν, μα να μη θέλουν.// Για φαντάσου!// Τούτα τα δάχτυλα,// που μόνο πνιγμένα σε μελάνι ανασαίνουν·// τούτα τα... Continue Reading →

Αντίστροφα αν γύριζα του ρολογιού τους δείκτες…

Θα έβλεπα κι πάλι τη θωριά σου να απομακρύνεται κι να μου σκίζει τα σωθικά. Κι κάπου ανάμεσα στα σιωπηρά αναφιλητά και στο θολό μου βλέμμα, θα αντίκριζα την γυρισμένη σου πλάτη. Εκείνη που έγραφε πώς εσύ δεν ήρθες για να μείνεις.

Απουσία.-

Τι μου λείπει; Ένα μαζί.Ένα εσύ.Κι ένα εγώ,σαν κι αυτό που ανακάλυπτα σιμά σου.

Μη με κοιτάς, απόψε.

Άφησέ μου μονάχα ένα πακέτο τσιγάρα στο αδειανό μου παράθυρο.
Να ναρκωθεί το μέσα μου,μήπως σταματήσει να βασανίζεται.
Να ζαλιστεί το μυαλό,μήπως πάψει να ονειρεύεται.
Να τυλιχθεί με καπνούς νικοτίνης η καρδιά, μπας και ξεχάσει επιτέλους πόσο λείπεις.
Πόσο οδυνηρά της λείπεις.

Το τετράδιό σου.

Για μένα θα είσαι πάντα αυτή η γλυκόπικρη γεύση που κατακλύζει τα χείλη μου όταν ακούω τ’ όνομά σου. Άλλωστε, έτσι συνέβαινε εξαρχής. Πρώτα βοηθούσες τη ψυχή μου ν’ ανθίσει · και μετά ξερίζωνες με βία όλα της τα λουλούδια.

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑